Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Μαθήματα συμπεριφοράς προς ναυτιλομένους

Η συναισθηματική ανεπάρκεια του άλλου δεν θα έπρεπε να σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα. Κάθε άλλο. Επίσης η υπέρμετρη βλακεία και ηλιθιότητα δεν θα έπρεπε να σε ενοχλούν. Κανονικά οφείλεις να αναγνωρίζεις αυτά τα στοιχεία από την πρώτη ματιά, την πρώτη κουβέντα, να κάνεις μεταβολή και να απομακρύνεσαι ταχύτατα.
Δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες σε αυτά τα άτομα. Όχι. Μη φέρνεις αντιρρήσεις. Ή είσαι ή δεν είσαι. Τόσο απλό. Δε δύναται να είσαι τη μία στιγμή εύστοχος στις παρατηρήσεις σου, έξυπνος, με ευφράδεια λόγου και πολιτισμένος και την άλλη να συμπεριφέρεσαι σαν χουλιγκάνος ομάδος 3ης κατηγορίας με χρυσά δόντια, αμάνικο μπλουζάκι και αναπνοή που βρωμάει τζατζικίλα 4 ημερών.
Ναι. Ναι. Μη κουνάς το κεφάλι σου προσπαθώντας να επιχειρηματολογήσεις. Είπαμε τα πράγματα είναι τόσο απλά, όσο η πράξη 1+1=2. Οκ. Ίσως, λέγω ίσως να δεχτώ αντιρρήσεις σε ότι αφορά τη συναισθηματική ανεπάρκεια. Εκεί υπάρχουν δικαιολογίες και συνήθως οι άνθρωποι που πάσχουν από τέτοια, θλιβερά ομολογουμένως, σύνδρομα επιδέχονται "διορθώσεις". Είναι μάλλον σαν τα σκυλιά. Τι; Γιατί συγκρίνω τα σκυλιά με τους ανθρώπους;
Αγάπη μου, τα σκυλιά είναι πολλές φορές καλύτερα από τους ανθρώπους. Άσε που οι αντιδράσεις τους μοιάζουν με τις δικές μας. Σκέψου το. Υπακούν σε ένα αφεντικό (μερικές φορές και σε 2 ή 3, ανάλογα τα μέλη της οικογένειας αν είναι σπιτίσια), τρώνε, κοιμούνται, χέζουν, πηδάνε. Οι αρσενικοί μυρίζουν τις θηλυκές και τις κυνηγούν συνεχώς. Οι θηλυκές, ενώ θέλουν κάνουν τις δύσκολες. Συνήθως οι θηλυκές έχουν το πάνω χέρι και τους κάνουν ότι θέλουν. Αν τα πειράξεις, δαγκώνουν. Αν πας να πειράξεις αυτούς που αγαπούν, επίσης δαγκώνουν. Πάντα φεύγουν, αλλά αν η μυρωδιά είναι δυνατή, πάντα επιστρέφουν πίσω. Προστατεύουν τα μικρά τους και δεν τα αποχωρίζονται εύκολα. Λειτουργούν αγελαία όταν είναι πολλά μαζί. Πάντα θέλουν χάδια και τους αρέσουν οι αγκαλιές. Τέλος αν τα δείρεις άνευ λόγου, θα φοβηθούν και δεν θα ξαναπλησιάσουν άνθρωπο.
Κατάλαβες τώρα γιατί συγκρίνω τα σκυλιά με τις αφεντομουτσουνάρες μας; Έτσι μπράβο. Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι. Οι άνθρωποι που έχουν σύνδρομα όπως το προαναφερθέν συνήθως έχουν και άσχημο παρελθόν. Και κακά τα ψέμματα. Αυτό το κέρατο είναι που μας καθορίζει. Δε μπορούμε λοιπόν να τους κρίνουμε αρνητικά για τις κακουχίες του παρελθόντος. Μπορούμε όμως να κάνουμε ότι κάνουμε και με τα σκυλιά. Τάισμα, πότισμα, γλυκιά κουβέντα, να απλώσουμε το χέρι να μας μυρίσουν και πάνω από όλα να κάνουμε υπομονή και να επιμείνουμε. Γιατί ξέρεις, χρειάζεται χρόνος. Πολύς χρόνος. Και πρέπει να είσαι συνεπής απέναντι τους. Να φροντίσεις να μην τους απογοητεύσεις. Γιατί ακόμη και αν δεν στο δείχνουν, αυτά αρχίζουν και εξαρτώνται από σένα. Και κατά βάθος σε συμπαθούν. Οπότε εσύ πρέπει να είσαι εκεί. Να τα φροντίζεις κάθε μέρα και κάθε μέρα να απλώνεις το χέρι σου. Κάποια στιγμή θα πλησιάσουν. Και θα καθίσουν για χάδια. Και τότε θα ξέρεις. Θα ξέρεις πως όσο και αν πληγώθηκαν στο παρελθόν, δείχνουν και πάλι αγάπη και κυρίως εμπιστοσύνη. Ναι, ναι η εμπιστοσύνη είναι πιο σημαντική από την αγάπη. Γιατί; Μα γιατί η αγάπη υπάρχει. Απλά δεν ξέρουν αν κάνει να τη δείξουν. Αν μπορούν να εμπιστευθούν. Ο χρόνος λοιπόν και η υπομονή είναι η απάντηση. Οπότε τώρα ξέρεις...
Όταν έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που δεν ξέρει, δεν μπορεί να σου δείξει συναίσθημα, αν μετράει για σένα, μη του γυρίσεις απογοητευμένος την πλάτη σου. Μείνε εκεί. Δούλεψε το. Δώσε χρόνο. Σε σένα. Στον άλλο. Πρόσεχε όμως. Κάθε κουβέντα, κάθε άγγιγμα, κάθε στιγμή, κάθε ματιά, όλα μετράνε... Μην ξεχνάς. Όλοι κάποια στιγμή γίναμε σκατά. Κάποιοι το ξεπέρασαν εν ευ θέτω χρόνο. Κάποιοι άλλοι, όχι.
Και όχι δεν πιστεύω στην ευθανασία. Τουλάχιστον όχι στην ευθανασία (εντός ή εκτός εισαγωγικών) αυτού που έχει το πρόβλημα. Δεν φταίνε τα σκυλιά που φοβούνται ή αγριεύουν. Κάποιος μαλάκας άνθρωπος φταίει. Γιατί το παιδί και το σκυλί είναι όπως τα μάθεις να είναι. Οπότε αν θέλεις να ζητήσεις τα ρέστα από κάποιον, τράβα βρες τον παπάρα που έφτασε σε τέτοια σημεία τον άνθρωπο ή το ζωντανό που έχεις απέναντί σου.
Η βλακεία και ηλιθιότητα, είναι άλλο μεγάλο κεφάλαιο που αρνούμαι να τη συζητήσω για ένα και μόνο λόγο. Γεννιέσαι δε γίνεσαι. Τελεία και παύλα. Και καλά, η αγαθοσύνη που συγχέεται λανθασμένα με τη βλακεία, όχι μόνο συγχωρείται, αλλά είναι και γλυκιά και απαραίτητη στον κόσμο μας. Η ηλιθιότητα όμως, η αγένεια, η "έχω πολλά κιλά αρχίδια να ούμε, για αυτό γέρνω" συμπεριφορά, η "ξέρεις ποιος είμαι εγώ" συμπεριφορά, κτλ..., η μαλακιά που λέμε κοινώς, είναι κάτι που κανονικά θα έπρεπε να τιμωρείται δια νόμου με ισόβια εξορία στο διάολο*. (*προσπαθούσα να βρω ένα υπαρκτό μέρος και δει ακατοίκητο που να μην κινδυνεύει και το περιβάλλον από την πληθώρα ατόμων με έφεση στις συνεχείς παλινδρομικές κινήσεις, αλλά πραγματικά δεν βρήκα ούτε ένα...)
Οπότε τα πράγματα είναι απλά. Στοργή και προδέρμ.. Και αν δεις πως ο άλλος είναι πολλά κιλά μαλάκας, ε τότε ρίξε καμιά ξεγυρισμένη χριστοπαναγία. Χαμένη θα πάει, διότι τα είπαμε, γεννιέσαι δε γίνεσαι, αλλά αν μη τι άλλο, θα ξεσπάσεις και εσύ τα νεύρα σου...
Άντε και με τη νίκη...

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Ωραίο καλοκαίρι...

Κοιμάμαι άσχημα τα βράδια. Ζεσταίνομαι. Ιδρώνω.
Δεν έχω κλιματιστικό. Ούτε καν ανεμιστήρα Νιώθω ότι λιώνω. Ώρα με την ώρα. Ξυπνάω. Κάθομαι στο κρεβάτι Ησυχία παντού. Δεν κινούμαι. Οι δικοί μου κοιμούνται βαθιά. Έχουν αφήσει ανοιχτή την μπαλκονόπορτά τους και ακούω την Ήρα να γρυλίζει με το θρόισμα των φύλλων. Τους φυλάει.
Σκέφτομαι να πάω να πιω νερό. Το ψυγείο μου φαίνεται ότι είναι πολύ μακριά. Νυστάζω κιόλας. Το πιο πιθανό πως μέσα στο μαύρο σκοτάδι θα σκοντάψω κάπου και θα πέσω. Πάω αθόρυβα -σχεδόν- στο μπάνιο να πιω από τη βρύση. Είναι πιο κοντά. Ακούω τα πουλιά να καλεαηδούν (κοτσύφια και αηδόνια αν δεν κάνω λάθος) και τα τζιτζίκια. Ξημερώνει σκέφτομαι. Δεν κοίταξα τι ώρα είναι Δε με νοιάζει. Ζαλίζομαι. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Γυρνάω στο δωμάτιό μου. Τα φώτα του αυτοκινήτου από τη διπλανή πολυκατοικία τρυπώνουν στο χώρο από το μικρό ξύλινο παράθυρο.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα αυτό το δωμάτιο λίγες μέρες πριν μετακομίσουμε σ' αυτό το σπίτι. Το παραθυράκι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησα. Εξαιτίας του παρακαλούσα τους γονείς μου να πάρω εγώ αυτή την κρεβατοκάμαρα -είναι η μεγαλύτερη-. Σε μια άχαρη κατ' άλλα πολυκατοικία, το παραθυράκι αυτό ξεχώριζε. Αυτό και το μπαλκόνι ίσως είναι τα μόνα πράγματα που μ' αρέσουν σ' αυτό το σπίτι. Ίσως για χάρη τους να μην έφευγα ποτέ από εδώ. Πάω στο κρεβάτι. Βαριέμαι αφόρητα. Ζεσταίνομαι αφόρητα. Θα ήθελα να ξανακοιμηθώ, αλλά δεν βρίσκω το λόγο. Δεν θα το ευχαριστηθώ. Ανοίγω το στερεοφωνικό και βάζω σιγά τη μουσική.
Η Ήρα έχει ακούσει οτι σηκώθηκα. Έχει αφήσει το συνηθισμένο πόστο της στο δωμάτιο των γονιών μου και την ακούω να ξύνει την πόρτα μου. Απαιτεί ουσιαστικά να της ανοίξω. Δεν έχω άλλη επιλογή. Ήδη έχει κάνει ζημιά σε όλες τις πόρτες με τα νύχια της. Αν την άφηνα θα άνοιγε τρύπα στο τέλος. (Την εγγύηση που δώσαμε στην αρχή για τυχόν ζημιές στο σπίτι την έχουμε σίγουρα χάσει...) Μπαίνει μέσα. Αρχίζει και μυρίζει τα μαξιλάρια και τα βιβλία που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Μετά από λίγο απομακρύνεται και ανεβαίνει και αυτή στο κρεβάτι. Τεντώνεται και πιάνει σχεδόν τα 2/3. Μαζεύομαι όσο πιο κοντά στον τοίχο γίνεται, προσπαθώντας να της αφήσω μπόλικο χώρο. Από κουτάβι έχει μάθει να κοιμάται μαζί μου. Το χειμώνα λειτουργεί ως έξτρα κουβέρτα. Το καλοκαίρι όμως αυτό δε γίνεται. Δεν μπορώ τίποτε πάνω μου ή δίπλα μου όταν έχει τόση ζέστη.
Πιάνω ένα περιοδικό από το πάτωμα και ανάβω το φως στην ανθοστήλη που λειτουργεί ως κομοδίνο. Η κυρία αρχίζει και με σπρώχνει με το κεφάλι της. Την ενοχλεί το φως. Ιδιοτροπίες που έχει και αυτό το ζωντανό. Ποιος την καλόμαθε έτσι αναρωτιέμαι...; Με μουτζώνω για την αφελή ερώτηση που έκανα στον εαυτό μου. Σχεδόν πάντα κάνουμε ότι θέλει εκείνη. Υποκύπτω και σβήνω το φως. Σηκώνομαι και πάω στο γραφείο. Πιάνω ένα τετράδιο και ένα στυλό. Βάζω το γυαλιά μου, ας όψεται η μυωπία, τα οποία παραλίγο να πατήσω αφού ήταν και αυτά πεταμένα στο πάτωμα και αρχίζω να γράφω. Βαριέμαι να ψάχνω καλώδια για να συνδέσω και να ανοίξω τον Η/Υ. Αρχίζω και γράφω. Κοιτάζω το ρολόι. Σε λίγο θα αρχίσει να χτυπά το ξυπνητήρι. Πρέπει ν' αρχίσω να ετοιμάζομαι για να φύγω για δουλειά. Τι φοράνε; Θα έχει 40 βαθμούς το λιγότερο. Ουφ, γαμώ το φελέκι μου και τους εμπρηστές μου. Τη σιχαίνομαι αυτή τη διαδικασία. Αρπάζω τη φόρμα που κρέμεται από μια καρέκλα και το πρώτο μακό που βρίσκεται μπροστά μου. Πάλι σαν λέτσος θα βγω στην κοινωνία. Πάω να πλυθώ και να φτιάξω καφέ. Φτιάχνω την τσάντα μου. Στριμώχνω μέσα γυαλιά, κλειδιά, περιοδικά, βιβλία, cd, μαρκαδόρους, στυλό και το τετράδιο.
Βγαίνω έξω. Ήδη άρχισα να ιδρώνω και είναι δεν είναι 7. Δε γαμιέται; Ανάβω τσιγάρο και αρχίζω να περπατάω μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρω ταξί. Σιγά μην περπατήσω μέχρι τη στάση για να βρω λεωφορείο με τέτοια ζέστη. Λυπάμαι τα λεφτά που θα δώσω, αλλά το σώμα μου αρνείται να λειτουργήσει με έναν ήλιο να καίει.
Βλέπω το κίτρινο αμάξι να πλησιάζει. Σηκώνω το χέρι μου να σταματήσει. Λέω τον προορισμό μου στον οδηγό και καθώς ξεκινά βάζω τα ακουστικά στ' αυτιά μου και ψάχνω το αγαπημένο μου κομμάτι στο i-pod. Καθώς προχωράμε κοιτάζω πίσω την Πεντέλη. Ένα καφέ σύννεφο την καλύπτει. Βλέπω μονάχα το περίγραμμά της. . .
Ωραίο καλοκαίρι αναλογίζομαι . . .

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Καλέ μου Λάζαρε...

Είχα υποσχεθεί ότι θα είμαι καλό παιδί. Πως δε θα χρησιμοποιήσω κακές λέξεις σ' αυτό το blog. Δεν θα γίνω κακός άνθρωπος. Δεν θα σχολιάσω αρνητικά κανέναν. Είχε πει βρε αδερφέ ότι αν μη τι άλλο θα προσπαθήσω. Ε, τελικά δεν μπορώ να το κάνω. Ή καλύτερα δεν θέλω να το κάνω. -Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα από την παιδική μου ηλικία. Τη μάνα μου να φωνάζει πως θα με χτυπήσει κάτω σαν χταπόδι και τη μάνα μου πάλι να φωνάζει πως δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω.-

Καλέ μου Λάζαρε όλοι είναι μαλάκες. Καυλοράπανα. Ηλίθιοι που απλά φυτοζωούν σε τούτη τη γη Σε βρήκα χθες το βράδυ στο δρόμο μου και έπαθα σοκ. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι στην ζωή μου. Ποτέ... Ήσουν και είσαι στα μαύρα σου τα χάλια. Δεν είχες όνομα. Εγώ σε βάφτισα Λάζαρο. Με μια ανείπωτη ελπίδα ότι θα σου φέρει γούρι το όνομα. Δεν ξέρω αν ακούς σ' αυτό το όνομα. Αλλά εγώ έτσι θα σε θυμάμαι. Σε βρήκα σε μια γωνιά, ξαπλωμένο να κοιμάσαι. Ανήμπορος να κινηθείς. Αίμα παντού. Μονάχα λίγο νερό δίπλα σου, που και αυτό με δυσκολία έπινες. Μπορούσα να μετρήσω τα κόκαλά σου. Κι όμως είσαι τόσο όμορφος. Αρχοντικός. Αξιοπρεπής. Ήρεμος. Φιλικός. Κάθισες να σε χαϊδέψω. Να σε ταΐσω Εκεί που δεν μπορούσες να κινηθείς και έτρεμες, άρχισες σιγά σιγά να παίρνεις δυνάμεις. Έφαγες ότι σου έδωσα. Ήπιες σχεδόν 2 λίτρα νερό. Και άρχισες να με ακολουθείς. Σε είδα στον ύπνο μου. Πολύ πριν με πάρει ο ύπνος ήξερα ότι δεν θα είναι ήρεμο το βράδυ.
Έφερα την κτηνίατρο με τα χίλια ζόρια να σε δει. Σου έδωσε μια αντιβίωση και σου έβαλε ένα σπρέι στις πληγές σου με στόχο να μην μολυνθούν περισσότερο. Δεν μπορούσε να σε πάρει μαζί της ή να σου κάνει εξετάσεις εκτός ιατρείου. Ήσουν τόσο ήρεμος. Κάθισες να σου βάλουμε φίμωτρο και λουρί για να μπορούμε να σε ελέγξουμε Ούτε μια στιγμή δεν παραπονέθηκες. Δεν αντέδρασες. Φοβήθηκες μονάχα, αλλά φάνηκε να ηρεμείς γρήγορα. Περιμέναμε υπομονετικά τέσσερις ώρες μέχρι να έρθει κάποιος γιατρός. Η φιλοζωική εταιρεία είχε κλείσει!!! (Στις 5 το απόγευμα!) Το ίδιο και το κτηνιατρικό της κέντρο. Το ίδιο και το νοσοκομείο ζώων. Όλοι οι γιατροί που κάλεσα μπορούσαν μετά τις 10 το βράδυ, διότι κανείς δεν ήθελε να χάσει τα κανονισμένα ραντεβού του. Και εσύ ψυχορραγούσες...
Ήρθε η μαμά μου με το που τελείωσε από τη δουλειά. Έφερε μαζί της και ένα φίλο μας για να βοηθήσει. Πάλι καλά. Γιατί είχα αρχίσει να φρικάρω... Ήμουν σε έξαλλη κατάσταση και ακόμη είμαι. Έξαλλη με το γεγονός ότι κανείς δε βοηθούσε. Περνούσαν όλοι από δίπλα σου, σε κοίταζαν, πέταγαν μια γαμημένη ατάκα του τύπου "αχ το καημένο" και έφευγαν. Κάποιος μου είπε ότι ήσουν από το πρωί εκεί. Εξαγριώθηκα. Έχασα το έλεγχο. Άρχισα να κλαίω. Μα καλά, κανείς δε μπήκε στη διαδικασία να σε βοηθήσει. Να καλέσει νωρίτερα ένα γιατρό. Να κάνει κάτι...!!! Κανείς; Τόση αδιαφορία;
Νύχτωσε, η ώρα είχε περάσει. Δεν μπορούσα να σε πάρω σπίτι. Αν σε έβλεπε η Ήρα στο χώρο της θα είχαμε μακελειό. Προσευχήθηκα (πράγμα που οφείλω να ομολογήσω ότι δεν κάνω τόσο συχνά) να είσαι εκεί το πρωί. Να μη φύγεις. Μου έλεγαν ότι είσαι έξυπνος. Είσαι ράτσας (πράγμα αδιάφορο). Μου έλεγαν ότι είσαι μαθημένος να έχεις ανθρώπους γύρω σου. Αυτό με τσάτισε ακόμη περισσότερο. Στην ιδέα ότι κάποιος σου έδωσε ένα σπίτι και μετά σε εγκατέλειψε με έκανε να ευχηθώ να υποφέρει αυτός ο άνθρωπος. Τον καταράστηκα. Στα τσακίδια να πάει. Να πονέσει όπως πόνεσες και συνεχίζεις να πονάς εσύ.
Με το που ξύπνησα το πρωί πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου να μάθω αν είσαι ακόμη εκεί. Η απάντηση που έλαβα ήταν θετική. Μου υποσχέθηκε ότι θα κάνουμε ότι μπορούμε για να ζήσεις. Ένας κύριος προσφέρθηκε να σε πάρει σπίτι του. Να σε κρατήσει. Τον πίστεψα. Μακάρι. Θα είσαι ευτυχισμένος. Αλλά και να μην σε πάρει, θα σε κρατήσουμε εμείς εκεί. Θα έχεις και παρέα. Αρκεί να σε δεχτούν. Αλλά έχω πίστη. Είναι καλά σκυλιά. Έχουν καλό χαρακτήρα.
Αχ, Λαζαρέ μου, είσαι μοναδικός το ξέρεις; Και όλοι όσοι σε προσπερνούσαν και σε προσπερνάνε είναι απλά τρισκατάρατοι μαλάκες που δεν αξίζουν ούτε ένα βλέμμα σου. Κάνε υπομονή, κάνε κουράγιο. Πάλεψε να ζήσεις. Σε παρακαλώ... Εγώ θα είμαι εκεί. Θα κάνω ότι μπορώ. Εσύ κοίτα να ζήσεις. Να γίνεις καλά.
Είσαι τόσο όμορφος καλέ μου. Και ο κόσμος τόσο σκληρός. . .
Μονάχα γιατί σκέφτομαι; Γιατί να περνάς τόσα; Εσύ και άλλοι σαν και εσένα...
Υ.Σ.: Μπορεί και να είμαι τρελή. Μπορεί επειδή μεγάλωσα με σκυλιά δίπλα μου (και τα τελευταία 8 χρόνια έχω ένα με το οποίο κοιμάμαι και αγκαλιά) να πονάω πιο πολύ από κάποιον που δεν έχει, όταν βλέπω ένα αδέσποτο σε τέτοια κατάσταση. Αλλά ξέρω ότι άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για τα ζώα -χωρίς αυτό να σημαίνει πως σώνει και καλά πρέπει να έχει σπίτι του- τότε δεν είναι άνθρωπος που αξίζει να ασχολείσαι μαζί του. Και αυτά πονάνε, καταλαβαίνουν, δείχνουν τα συναισθήματά τους. Η Ήρα όταν ο πατέρας μου ήταν άρρωστος κάθισε για έξι μήνες δίπλα του, κυριολεκτικά, μέχρι να γίνει καλά. Όταν εγώ δεν είμαι καλά, έρχεται και κάθεται δίπλα μου. Κοιμάται πάνω μου. Ζητάει χάδια και παιχνίδια. Όταν είμαι άρρωστη, στεναχωρημένη, πονάω, έρχεται και προσπαθεί να με κάνει να χαμογελάσω. Τα πρωινά που δεν έχω να πάω στη δουλειά, έρχεται και με ξυπνάει. Όταν ακούει περίεργους θορύβους τη νύχτα αρχίζει και γαβγίζει Δεν λένε άδικα ότι τα σκυλιά είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Αν μη τι άλλο σεβαστείτε τα. Το αξίζουν._